Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

"Nιάτα"



Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Μια εκκωφαντική σιωπή

διαπερνούσε το σαλόνι, όπου καθόταν στην αγαπημένη του

πολυθρόνα. Τα άσπρα μαλλιά πρόδιδαν το προχωρημένο της

ηλικίας μα η καρδιά του εξακολουθούσε να εκπέμπει σπίθες νιότης.

Ο «Νικόλας», όπως χαϊδευτικά τον αποκαλούσανε, έπινε το αγαπημένο

ουίσκι με πάγο και αναπολούσε.

Εδώ και αρκετά χρόνια έμενε μόνος πλέον στο σπίτι, καθώς η σύζυγος

του είχε πεθάνει ενώ οι δύο γιοί του είχανε δημιουργήσει την δική τους

οικογένεια. Έκλεινε που και που τα μάτια, ανασύροντας απ΄το παρελθόν

στιγμές χαρούμενες και δυσάρεστες. Το αγαπημένο του παιχνίδι, ήταν να

σκηνοθετεί την πάροδο του χρόνου. Λάτρευε να αλλάζει την θέση των

αναμνήσεων Του.

«Αν είχε συμβεί», »Ίσως αν δεν χώριζα»..Μάταιο! Γνώριζε καλά ότι κανείς

άνθρωπος δεν είναι πιο δυνατός, απ΄την νομολογία της φύσης. Η ζωή και ο

θάνατος είναι δύο αχώριστοι εχθροί. Αγαπούσε την ελπίδα και το μέλλον, ως

ματαιοδοξία. Άλλωστε το άγνωστο ασκεί πάντα γοητεία, και το τέλος του

εναπόκειται στην συνέπεια των πράξεων ενός ανθρώπου.

Ξαφνικά αντιλήφθηκε ότι η πόρτα του σαλονιού έκλεισε βίαια. Φοβήθηκε.

Κοίταξε πίσω του, μα δεν είδε κανένα. Σηκώθηκε απ΄την πολυθρόνα, και

ανίχνευσε κάθε σπιθαμή του σπιτιού. Γνώριζε ποιος ήταν ο εισβολέας

γιατί του ψιθύρισε χαμηλόφωνα στο αυτί.

«Νιάτα»..Απέναντι απ΄τον καθρέφτη του υπνοδωματίου, αντίκρισε τον εαυτό

του χωρίς ρυτίδες στο πρόσωπο, γεμάτη νεανικό σφρίγος. Το είδωλο του

τον καλούσε για συντροφιά. Άγγιξε το γυαλί, μα ήταν αργά. Σαν πουλί πέταξε

η θελκτική εικόνα. Λύγισε. Γρήγορα αντιλήφθηκε την σκληρή πραγματικότητα.

Ήταν όνειρο ,που εξαφανίστηκε μόλις ξύπνησε.