Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

"Παράλληλα"-Πρωτοδημοσιεύτηκε στο koukidaki.blogspot


Ήταν  τέλη  Φεβρουαρίου, και  στην  Πάτρα  πετάριζε  ένα  εύθυμο  και  αγαπημένο έθιμο. Οι  απόκριες. Ήταν  μια  περίοδος, όπου  όλοι  οι  κάτοικοι  της  και οι τουρίστες  ζούσανε  κυριολεκτικά, σε  ρυθμούς  ξέφρενου  κεφιού. Συχνός  επισκέπτης  της πόλης  ήταν  και  ο  Γιώργος.
Προτού  παντρευτεί, αλλά  και  κατά  την  διάρκεια  του  έγγαμου  βίου  με την σύζυγο  δεν  παρέλειπε  να  βιώνει  με τον  δικό  του  τρόπο  την  ξεγνοιασιά  και  το κέφι  που  εξέπεμπε το  γνωστό  καρναβάλι. Εκείνη  την  χρονιά  μάλιστα, είχε  βρει μία  ψεύτικη  δικαιολογία  ώστε  να  πάει μόνος  του. Ο  γάμος  του  είχε  ήδη προβλήματα, και  ειδικότερα  υπήρχε έλλειψη  επικοινωνίας. Προφασίστηκε  λόγω  της  επαγγελματικής  του  ταυτότητας, και  δη  διευθυντή τραπέζης  ότι  όφειλε να  παρευρίσκεται  στην  Αθήνα, σε  συνέδριο  για  τις  επενδύσεις  στην  Ελλάδα.
Είχε  οργανώσει  καλά  το  σχέδιο του. Όμως  είναι  γνωστό, ότ ι η  ζωή έχει ανατροπές  και  το  συνειδητοποίησε  την  ημέρα  όπου  θα  καιγόταν  ο βασιλιάς Καρνάβαλος. Βρισκόταν  στο  πάρτι,  ενός  γνωστού  μπαρ. Το «σαβουάρ βίβρ» περιελάμβανε  εκείνη την  βραδιά, υποχρεωτική  χρήση  μάσκας. Αν  και  μόνος  έπινε  το  ένα  ποτήρι  ουίσκι, πίσω  απ΄το  άλλο. Ιδιαίτερη  όμως  έλξη, του προκάλεσε  μία  σχετικά  ψηλή  μελαχρινή  γυναίκα, που καθόταν  μόνη  της  δίπλα στον  μπάρμαν. Του  τράβηξε  τόσο  την  προσοχή, ώστε  την  προσέγγισε  αμέσως. Γρήγορα  αντάλλαξαν  τις  πρώτες  κουβέντες.
-Πως σε λένε;
-Aννα. Εσένα;
- «Γιώργος»  και τσούγκρισαν  τα  ποτήρια τους.
-Είσαι  Πατρινός;
-«Όχι. Θεσσαλονικιός»  προκαλώντας  την  έκπληξη  της.
-Τι  σύμπτωση! Και  εγώ  ταξίδεψα  για  λίγες  μέρες  στην  Πάτρα, εξαιτίας  του καρναβαλιού.
Εκείνος  άρχισε  να  μην  αισθάνεται  καλά. Είχε μια  αλλόκοτη  διαίσθηση, σαν  να τον  «έτρωγε»  η  μύτη  εξαιτίας  της  γύρης  των  λουλουδιών.
-Ελεύθερη  ή  παντρεμένη;
-Eίμαι  παντρεμένη, αλλά ο  γάμος  μου  έχει  κάποια προβλήματα  πλέον. Μάλιστα έχω  την  αίσθηση  ότι  ο  σύζυγός  μου  συμπεριφέρεται  πολύ  περίεργα  τελευταία.
-Γιατί  το  λες  αυτό;
-Πριν  δύο  μέρες  έφυγε  για  την  Αθήνα, επικαλούμενος  ότι  θα  παραστεί σε ένα συνέδριο  για  τις επενδύσεις  στην  χώρα. Νιώθω  όμως  ότι  λέει  ψέματα.
Του  έπεσε  το ποτήρι απ΄το χέρι, ενώ  κοκκίνισε  το  πρόσωπο  του. Η  Άννα ανησύχησε  πολύ  και  του  χτύπησε  ελαφρά  την  πλάτη, προσφέροντας  του μάλιστα  ένα  ποτήρι  νερό. Στο  πρόσωπο  του  εναλλάσσονταν  η  χαρμολύπη. Αντιπάλευαν  διάφορα  συναισθήματα  ωσότου  λάβει  την  καίρια  απόφαση. Έβγαλε  την  μάσκα  και εκείνη  ξαφνιάστηκε  στην  όψη  του.
-Γιώργο;
-Απ’ότι  βλέπω,ο  εγωισμός  και  η  έλλειψη  συνεννόησης, μας   έκανε  κακό. Αντί  να  συζητήσουμε  τις  διαφωνίες  μας, υψώσαμε  φράχτες  απομόνωσης .Γιατί;
-Συμφωνώ  δυστυχώς. Να  ξέρεις  όμως  ότι  ακόμα  σε  αγαπάω. Απλά..Απλά ένιωθα ότι  με  παραμελούσες τους  τελευταίους μήνες.
-Έχεις  δίκιο. Θα  μπορούσαμε  να  έχουμε  λύσει  τα  προβλήματα  μας, δίχως  να μπούμε  στην  λογική  της  ψυχρότητας.
Αγκαλιάστηκαν  μεμιάς, και  φιλήθηκαν. Πέταξαν  τις  μάσκες  τους, και  ένιωσαν  ότι  η επόμενη  μέρα  θα  ήταν  η αρχή για  τον γάμο τους  ξεκινώντας  από μια  νέα αφετηρία  δεδομένων.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

"Καθαριότητα"-("Δύο άσπονδοι φίλοι")



( Ο Αγησίλαος και ο Νώντας, είναι δύο μεσήλικες άστεγοι που μοιράζονται ένα εγκαταλειμμένο διώροφο λεωφορείο.)

-Αγησίλαος: Aγαπητέ Νώντα, αν και γνωρίζεις ότι εκ παραδρομής γίναμε φίλοι δεν αμφιβάλλω ότι γρήγορα θα μαλώσουμε.

-Νώντας: Γιατί το λες αυτό; Yπάρχει κάποιος λόγος;

(O Αγησίλαος βρίσκεται στο τιμόνι του οχήματος, ενώ ο συγκάτοικος στην θέση του συνοδηγού πίνοντας νερό από ένα μικρό μπουκάλι.)

-Σήμερα το πρωί ανακάλυψα, ενώ σκούπιζα τον διάδρομο του ορόφου μου πεταμένη μια άδεια σακούλα. Δεν έχουμε συμφωνήσει ,ότι τα σκουπίδια θα τα τοποθετούμε στο μικρό βαρέλι που έχουμε γι’αυτό τον σκοπό έξω απ΄το λεωφορείο;

(O Nώντας χαμηλώνει το βλέμμα του.)

-Η αλήθεια είναι ότι ήμουνα «αφηρημένος» εκείνη την στιγμή, γιατί έβλεπα το ηλιοβασίλεμα που ήταν πολύ όμορφο.

-Δεν μου αρέσουνε τα ψέματα, και ιδιαίτερα όταν αυτός που τα λέει συγκατοικεί μαζί μου.

-Δυστυχώς ήταν μαύρη η στιγμή που ψάχναμε να βρούμε ο καθένας ξεχωριστά στέγη και καταλήξαμε στην ίδια επιλογή. Ας είναι όμως! Μπορεί να βρω καλύτερο χώρο ώστε να μείνω.

-Μήπως κάποιο ρετιρέ ουρανοξύστη; H’ το παλάτι του μαχαραγιά; Xαχα!

(Ο Νώντας σκυθρωπιάζει και ενοχλημένος φανερά, αποχωρεί απ΄την θέση του.)

-Ήρθε η ώρα για να κατευθυνθώ στον πάνω όροφο. Δεν θέλω να θυμώσω. Γι’αυτόν τον λόγο θα διαβάσω μια εφημερίδα που βρήκα στα σκουπίδια.

-Αν είναι σημερινή, μην ξεχάσεις να μου την δανείσεις έπειτα. Επιθυμώ να γνωρίζω τι συμβαίνει στην χώρα μας, και το εξωτερικό.

-Ελπίζω εκτός απ΄την καθαριότητα που μας απασχόλησε σήμερα ,να μην υπάρχουν δυσάρεστα νέα περισσότερα από αυτά που βιώνω στο λεωφορείο.

-Ποτέ οι ευχάριστες καταστάσεις δεν είναι περισσότερες απ΄τις δυσάρεστες. Απλά έχει αξία ότι τις γεύεσαι πιο έντονα απ΄τις άλλες.

-Συμπαντική ισορροπία φίλε μου!

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2018

"O Xρόνος και ο Λόγος"-Free ebook

Eίμαι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω,ότι απο σήμερα το ποίημα μου "Στιγμή",συμμετέχει στο νέο συλλογικό έργο του Δημήτρη Γκόγκα "Ο Χρόνος και ο Λόγος" σε μορφή free ebook!

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2018

"Ψέματα"-Koukidaki .blogspot.


Ο  κύριος  Παυσανίας  ήταν  το  πρότυπο  οικογενειάρχη. Ο  άνθρωπος  που  θα μιλούσε  περί  του  αντιθέτου, θα  θεωρούνταν  τουλάχιστον  κακοπροαίρετος. Ήταν παντρεμένος  με  την  κυρία  Τούλα  και είχανε  ένα  παιδί, τον  Κωστάκη  μαθητή της  έκτης  δημοτικού.
Διατηρούσε  μια  μικρή  βιοτεχνία, στο  κέντρο  της  Θεσσαλονίκης και δεν είναι υπερβολικό  να  ειπωθεί, ότι  ξεχνούσε  πόσες  ώρες  δούλευε. Απ΄τα  ξημερώματα βρισκόταν  στην  επιχείρηση  του, και  επέστρεφε  αργά  το απόγευμα  στο  σπίτι. Δεν  διασκέδαζε  πολύ και οι φίλοι του, ήταν  μετρημένοι  στα  δάχτυλα  του  ενός  χεριού. Αγαπούσε  την  οικογένεια  του, και  πάσχιζε  να  ζούνε  άνετα  παρά τις δύσκολες  οικονομικές  συνθήκες  που  βίωνε  η  χώρα.
Αυτός  ο  λιγομίλητος  άνδρας, που  δεν  βίωνε  έντονα  πάθη στην  ζωή  του  είχε όμως  μια  μεγάλη  αντιπάθεια. Ένεκα  της  ιδιαίτερης  κλίσης  του  προς  την  αλήθεια, απεχθανόταν  τα  ψέματα .Δυσφορούσε  έντονα  όταν  θεωρούσε, ότι  κάποιος επιχειρούσε να  του εμφανίσει  την  πραγματικότητα  προς  ίδιον  όφελος. Εξ’ου  και  ένας  λόγος, που απέφευγε τις  συζητήσεις  για  την  πολιτική και  ιδιαίτερα  τα  κόμματα.
Ένα  βράδυ  ο  Κωστάκης  ενώ  προσπαθούσε  να  γράψει  στο  δωμάτιο  του  μια έκθεση στο  τετράδιο  για  το  σχολείο, κάποια  στιγμή  έδειξε  αδυναμία  να  συνεχίσει  την  προσπάθεια. Ο  πατέρας  του  στο  σαλόνι, καθόταν  σε  μια  δερμάτινη  πολυθρόνα  και  παρακολουθούσε  το  δελτίο  ειδήσεων  στην  τηλεόραση. Αναρωτήθηκε  αν έπρεπε να τον  ενοχλήσει  και  να  του  ζητήσει  βοήθεια. Αντιλήφθηκε  ότι  δεν  μπορούσε  να   διαφορετικά  και  τον  προσέγγισε.
-«Πατέρα  μπορώ  να  σου  ζητήσω  μια  χάρη;»  χαμηλώνοντας  το  βλέμμα.
Tι  θέλεις  παιδί  μου; Σου συμβαίνει κάτι» και  του  χάιδεψε  το  κεφάλι.
Έμεινε  για  λίγο  αμίλητος, και  αφού βρήκε  το απαραίτητο  κουράγιο του απάντησε.
-«Η  δασκάλα  μας, η  δεσποινίδα  Ερη, θέλει  για  το  αυριανό  μάθημα  της  έκθεσης  να γράψουμε  ένα  κείμενο. Όμως  το θέμα  του  είναι  δύσκολο.»
-«Μπορείς  να  μου  πεις  ποιο  είναι  ακριβώς;»
-«Έχει τίτλο: «Ψέματα: Γιατί  δεν  είναι  σωστό  να  λέμε, και  γιατί  πρέπει  να λέμε πάντα  την  αλήθεια».
Ο  κύριος  Παυσανίας  χαμογέλασε. Το  ανέκφραστο  πρόσωπο  του, απέκτησε διάφορες  γωνίες  που σχηματίστηκαν  απ΄την  διεύθυνση  των  χειλιών του. Παρακολουθούσε  την  συνεδρίαση  στην  Βουλή για  την ψήφιση  του  προϋπολογισμού  της  οικονομίας της  χώρας  για  το  νέο  έτος. Πρωθυπουργός  αλλά  και σύσσωμη αντιπολίτευση, ξιφουλκούσαν  πάνω  στο κείμενο  του. Ιδιαίτερα  οι  λέξεις  που κυριαρχούσαν  κατά την διάρκεια των  λεκτικών αντιπαραθέσεων  ήταν δύο. «Αλήθεια»  και  «ψέματα».
-«Χμμ  μπορώ  να  σου  φανώ  χρήσιμος»  και  αγκάλιασε με θέρμη τον  γιό του.

"Δυστοπία"-Νέα ποιητική συλλογή.

Απο σήμερα στο blog μου,προστίθεται μια νέα ποιητική συλλογή.Τίτλος:"Δυστοπία"!

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

"Απροσμέτρητο"



Ανέσπερη η ελπίδα συγχρωτίζεται, με ψήγματα αναμονής. Το όνομα

σου όμορφη Ευρυδίκη, ηδονικό άγγιγμα έχει στους πόθους μου. Σαν

ουρί του παραδείσου, ίπτασαι από κλαδί σε κλαδί κυπαρισσιού.

Εκεί στην μέση του Κενού, του πιο απρόσιτου παιδιού που ξεχωρίζει

απ΄την παρέα του Ιδεατού.

Παρατάχθηκα ν οι μνήμες σε διπλή σειρά χαρμολύπης .Αταίριαστη

θωρεί η νύχτα, που διαλύεται στο πρώτο φώς της ημέρας. Και εσύ

με αρνήθηκες! Βήματα διένυσαν την απόσταση της ζωής, ως την

κουρτίνα. Πίσω της κρύβεται η παγίδα .Ο θάνατος που η προσμονή

του διατείνεσαι σαν καταφυγή. Απροσμέτρητο το βάθος του χρόνου

που η λεπίδα του μαχαιριού σου παιχνιδίζει με το δέρμα.

Με αποδιώχνεις σε πένθιμη τελετή και εγώ σωπαίνω. Ευρυδίκη στην

θάλασσα που δίδυμη αδελφή έχει την έναστρη νύχτα στην ψυχή μου

εκεί στα έγκατα της σκοτοδίνης, επαφίεμαι σαν φύλλο στην σταγόνα

της βροχής. Της πιο απόμακρης οργής, που σαν λάβα ηφαιστείου

κατευθύνεται στην ματιά σου.

Άδοξα ηττήθηκε ο έρωτας. Σαν τελευταία λέξη σε ποίημα, απόληξη

ενός ρήματος καθαγιάστηκε η επιθυμία. Μέσα από αιώνες προσμονής

ντυμένους με ένδυμα ημερών, αποδέχτηκα την απόρριψη. Στο κρεβάτι

ενός ασύλου απροσάρμοστων, θα ξαπλώσω. Με ένα νεύμα ασύμμετρης

λογικής το πνεύμα μου θα αποσώσω.

"Μακαριότητα"



Μακάριοι όσοι έπλεξαν στίχο και μουσική στον έρωτα τους. Τραγούδι

γεννήθηκε σαν ταπεινό τέκνο της ηδονής.

Μακάριοι αυτοί που δεν άντεξαν την γκρίζα όψη της πόλης. Επέλεξαν

τον μακρύ δρόμο της καταφυγής. Στα όνειρα τους, έγιναν κατακτητές

της κορυφής.

Μακάριοι οι διασωθέντες απ΄τον κατακλυσμό της λογικής .Κουράστηκαν

όσο πάλευαν με την ανύψωση στην στάθμη των αριθμών. Όμως

«οπλίστηκαν» με δύναμη απ΄το συναίσθημα που τους διέκρινε και

φαντάζουνε πλέον σημεία αναφοράς.

Μακάριοι οι ποιητές, που στοχάζονται την ανατολή σαν σπίτι των

πόθων τους. Η μέρα είναι εκεί και τους περιμένει.

"Κορίτσι του mall"



Aνέβαινες τους ορόφους σαν την διάθεση σου. Λάτρευες τις προθήκες

από ανάγκη. Ανάμεσα στα iphones και τα ρούχα δουλειάς, ένα κενό

ένωνε τα όνειρα με την αλήθεια. Κορίτσι του mall,η διάθεση είναι

συνήθεια. Μέχρι την έξοδο που αρχίζει η μονοτονία.

"Ενα παιδί"



Θυμάμαι μου έλεγες για ένα παιδί, που δεν κοιμάται ποτέ τα

βράδια. Η μνήμη του είναι γιορτή που δεν χωράνε τα δάκρυα

μα μήτε άνθρωποι δίχως κιάλια.

Γιατί ψηλά είναι τα αστέρια, αγκαλιά με σένα και τα μυστικά μας.

"Κενό αέρος"



Στο μαγικό αεροπλάνο, ήσασταν πολλοί επιβάτες. Η πτήση του

επρόκειτο να διαρκέσει πολύ. Γεμάτο από απόγνωση και θλίψη

ίπτατο στα όνειρα, μακριά απ΄την ανατολή κοντά στην δύση.

Αμίλητη αναρωτιόσουν, πόσες αναμνήσεις πρέπει να σκοτώσεις.

Ανάμεσα στα σύννεφα διέκρινες πόλεις, χωριά μα και ψηλά βουνά.

Οι άνθρωποι σαν «κεφάλια καρφίτσας» διακρίνονταν στην

φυσική συμμετρία. Ο ήλιος δίπλα σου ένιωθες πώς περνούσε

μα ήταν ακίνητος. Σύντομα κατάλαβες, πως τα «κενά αέρος»

δεν συντάρασσαν το αεροπλάνο. Αντίθετα έμοιαζαν χάδι, εν

συγκρίσει με τα δικά σου.

"Ερωτας"



Ήταν η πιο σκοτεινή πλευρά του εαυτού της. Εκείνο το χαμόγελο, με

απέφευγε σαν το λυκόφως την αυγή. Όμως φίλε μου, όταν κρεμιέται

απ΄την σπασμένη λάμπα στον δρόμο μια ευχή μου, αντανακλά την

επιθυμία της. Να αγαπάει να με μισεί .Μια ασάφεια αισθήματος

που λακίζει σε μια λακκούβα ανασφάλειας θα είναι η ένωση μας.

Την ερωτεύτηκα και ο δρόμος είναι μπροστά μου, ελεύθερος για

να με αποδεχτεί.

"Μικρό πουλί"



Γιατί δεν σε άκουσα Ν.; Είχες δίκιο ότι η ζωή είναι ένα μικρό πουλί. Κάθε

που αμίλητο στεκόταν σε ένα κλαδί, η σιωπή του σε λωρίδες κομμάτιαζε

την υπομονή μου. Είχες δίκιο ότι αυτό το πουλί φωλιάζει σε

στίχους ποιήματος.

Και αν δεν τους διάβασες, θα σε γνέφει. Με εκείνα τα χρώματα που το

διακρίνουν απ΄τα κτίρια των πόλεων. Τα σχήματα των μηχανών, των φίλων.

"Δείπνο"



Το βράδυ που μοιράστηκες σε κομμάτια το παρελθόν σου, το μπαρ

έμοιαζε με δίλημμα. Στα μάτια της διέκρινες μύθους .Στο νεύμα της

βούτηξες στο κενό. Στήθηκε η γιορτή, με αποτσίγαρα και κουβέντες.

Μάτια μισόκλειστα από τζίν, και της μνήμης τα απόνερα. Δεν διάλεξες

λογικές και πρακτικές, παρηκμασμένης κοινωνίας.

Μονάχα η νεράιδα, σε προσκάλεσε σε ήχους rock στο δείπνο. Με κεριά

και ασταμάτητο γέλιο.

"Aναδόμηση"



Ένα αγόρι, δεν αντίκριζε ποτέ το ηλιοβασίλεμα. Μα ούτε και την ανατολή.

Δεν αγαπούσε το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας, μα ούτε και του

ουρανού. Λάτρευε μια φωνή που διαπερνούσε το όνειρο του.

«Γίνε το ταξίδι που νοσταλγείς ,και φτιάξε απ΄την αρχή τον κόσμο.»

"Yποκείμενο"



Ταλαντεύτηκα ανάμεσα στα πρέπει και τα μη. Ένιωσα σαν σχοινί, που

κόβεται στα δύο. Μα η στιγμή είναι ένα θέλω ελκυστικό, σαν την δικιά

σου υπόσταση.

Ως αντικείμενο εναπόκειμαι στις διαθέσεις σου. Κατέληξα να απολέσω

την μορφή μου ως υποκείμενο.

"Nεκρή ελπίδα"



Πάνω στα κλαδιά της ψυχής μου, φωλιάζει μια νεκρή ελπίδα. Δεν έχει

χρώμα γιατί είναι ψεύτικη. Την προσέχω και την θρέφω, με δύση και

ανατολή του ήλιου. Όπως τα τίμια όνειρα, που παρακμάζουν σε σταγόνες

μπουκαλιών με αλκοόλ.

Ζητάνε βοήθεια, αναμεμειγμένα σε στάχτες τσιγάρων. Στην άκρη της

αλήθειας που δεν αγαπάει τις ελπίδες.

"Kύμα"



Φαντάσου το κύμα να σκορπίζει ελπίδα, σε χίλιες μεριές. Μια

μέρα και μια νύχτα ,να βαφτίζει πληγές. Δεν ζητάς τον χρόνο να

παγώσει μήτε τις διαστάσεις να ταλαντεύονται σε διάφορες στάσεις.

Μια θάλασσα γυρεύεις να αγαπήσεις, γυναίκα να νιώσεις πώς θέλεις

να μιλήσεις.

Στα πιο όμορφα σοκάκια του βυθού, μαζί της να βαδίσεις.

"Απομόνωση"



Όταν οι τοίχοι περικύκλωσαν την μνήμη σου, αγόγγυστα υπέμενες.

Δωμάτιο έμοιαζε κάθε βήμα σου, στο σπίτι της διαδρομής .Ο χρόνος

εχθρός σου, σε υπέβαλλε στην δοκιμασία της ροής.

Κάθε λεπτό γονάτιζες στο απροσμέτρητο του παρελθόντος. Απομόνωση.

Σαν αέρας που βαδίζει με τυφλό βλέμμα.

"Συμμετρία"



Αγαπάω τα όνειρα. Γεννιούνται την μέρα, και τρέχουνε στον δρόμο σαν

αυτοκίνητα. Ανδρώνονται στο ταξίδι της θλίψης, που δεν έχει φρένο μα

γκάζι πατημένο. Αγαπάω την αλήθεια. Κάθεται σε ένα παγκάκι έρημου

πάρκου την νύχτα, και δεν ονειρεύεται.

Γιατί αν είχε συναίσθημα, θα ήταν ψέμα. Δεν θα περπατούσε στην γη

μα θα ήταν σύννεφο που αναβλύζει αίμα. Και ας με μισούν τα αστέρια.

Δεν ήμασταν φίλοι ποτέ. Μα γείτονες σε μια συμμετρία.

"Σκιά"



Άντεξε. Μην πτοείσαι. Να αγαπάς και ας λοιδορείσαι. Ένα βήμα εμπρός

εσύ και ας σε χτυπάνε. Δύο βήματα αυτοί γιατί δεν φοβάσαι .Η ζωή

είναι αγώνας. Μην τρομάζεις. Να θυμάσαι: «Φίλος μου είναι αυτός

που απέναντι του μόνο η σκιά του υπάρχει.»

"Oραμα"



Οραματίζομαι τους ανθρώπους, να μοιράζονται την γη στο μέλλον .Δίχως

φραγμούς στην σκέψη, λόγω θρησκείας ή χρώματος στο δέρμα. Πόσο

άσχημα φαίνονται τα σύρματα στα σύνορα, όταν διαχωρίζουνε λαούς

στο όνομα μιας ψεύτικης ειρήνης.

Οραματίζομαι την θάλασσα ,όπου δεν θα πλέουνε σχεδίες με

μετανάστες και πρόσφυγες. Την αμμουδιά να γεμίζει πύργους από

άμμο που έχτισαν τα παιδιά. Όχι πτώματα που γυρεύουν την ελπίδα.

Οραματίζομαι την κατάργηση των πολέμων .Η όψη των όπλων είναι

αποκρουστική όταν συνταιριάζει με τον ορίζοντα στο βλέμμα. Η μαγεία

της ανατολής είναι πιότερη απ΄τις σφαίρες και τις βόμβες.

Οραματίζομαι την ίδια αγάπη με σένα. Και ας με μίσησες στο

παρελθόν. Η συγχώρεση είναι δύναμη

"Eιρήνη"



Των ανθρώπων το μίσος, σκοτάδι γεννάει και γυρεύεις το φως για να

βρεις την αγάπη. Στις σκεπές των σπιτιών, στις ψυχές των παιδιών

φωλιάζει της ειρήνης ο σπόρος. Λουλούδι να ανθίσει, και ευωδία να

σκορπάει.

Κάθε ηλικίας και δέρματος χρώμα, οι άνθρωποι σε χορό αγκαλιά να

βρεθούνε. Η γη είναι η πατρίδα, και το μέλλον η ελπίδα. Εκεί όπου οι

έριδες και τα μίση θα εκλείψουνε. Μικροί και μεγάλοι, το κακό θα

μισήσουνε. Δίχως πόλεμο και όπλα, παρά με καρδιά και τα χέρια νέο

κόσμο θα χτίσουνε με θεμέλια αισθήματα.

Όπου ο ήλιος θα αγαπήσει την νύχτα, και το φεγγάρι την μέρα. Τα

σύνορα σύντομα να χαθούνε στο πηγάδι της λήθης.

"Ωδή"



Αγαπούσα τις αδυναμίες μου. Με συντρόφευαν, σαν το πρωτότοκο τους

παιδί. Κρυμμένες στην ροή του χρόνου, με παρότρυναν να νιώθω

υπερήφανος που είμαι άνθρωπος. Λυπήθηκα, πόνεσα, αγχώθηκα. Ένας

ζητιάνος του ουρανού ήμουνα, που γύρευα ρωγμές να χαθώ. Σαν το

πουλί που γκρεμίστηκε η φωλιά του, θα πετάξω ως το κενό που πνίγει

το μέλλον.

"Αντίλαλος"



Αντέκρουσε η προσμονή, σε βράχο μεγάλο. Μια στιγμή στάθηκε η

αιτία να αναζητήσει τον αντίλαλο. Έτρεξε στην κατεύθυνση του, μα

γρήγορα η εικόνα έσβησε. Άνοιξε τα μάτια, ορμώμενος απ΄την

αναπάντεχη εξέλιξη. Γύρω του οι σκιές του χρόνου, περιέβαλλαν

ένα ασώματο βωμό.

Με την συνοδεία ευχών, διανθισμένων από ασύμμετρη απελπισία

στάθηκε στο κέντρο του αύριο. Ο χρόνος δεν μίλησε. Μονάχα

στερεωμένος στην άτολμη ύπαρξη του χαμογέλασε. Γνώριζε ότι κανείς

δεν είναι πιο γρήγορος από αυτόν. Ούτε καν σαν σκέψη. Ο αντίλαλος

κυρίευε την απορία του. Χωρίς να το καταλάβει τον προσέγγισε.

«Μην λαχταράς την χαρά. Όση και αν γευτείς, οι λύπες θα τον

παραμερίσουν σύντομα.

"Κατερίνα"



Ξαπλώνει ο ήλιος στο βλέμμα σου, σαν το κύμα θωρείς. Ατάραχη

η σιωπή σε συντροφεύει, καθώς την αγάπη αναμένεις. Σε κάθε

βήμα της σκέψης σου, ο δρόμος εμπόδια έχει.

Μνήμης καμώματα ολισθαίνουν, στην αφή της λογικής. Μα σαν ο

ορίζοντας ως ξέφωτο στο σκότος διαφαίνεται, μην μαρτυράς. Η

ζωή έχει ανταμώματα. Γλυκά και θλιβερά απρόοπτα. Γέλασε, και

τον χρόνο προσπέρασε. Πίσω μην επιστρέφεις.

"Υποταγή".



Στην δύση του ήλιου, έστρεψες το βήμα σου που έψαχνε υποταγή.

Γύρευες εμπειρίες ώστε να κλέψεις το νέκταρ τους .Σε σκοτεινά

σοκάκια που μύριζαν υγρασία και απόγνωση, οι κόρες της

Αφροδίτης ανέμεναν τον κλέφτη της ηδονής.

Διάλεξες την νεότερη, εκείνη που σε γοήτεψε μεμιάς. Το πρόσωπο

της μεθούσε τα ένστικτα σου. Απέβαλλε ηθική ,και γεννούσε άνομες

πράξεις. Στο δωμάτιο που την ακολούθησες, μια μυρωδιά απόδρασης

ανέδυε. Απ΄το σήμερα, το μίζερο χθες. Μέχρι το μέλλον απροσδιόριστα.

Δίχως όρια, μα μόνο να γευτείς την ψεύτικη αγάπη κάτω απ΄το δέρμα

Της.

"Χρώματα".




Ιδέες είναι οι αφορμές, για να ζητάς δικαιοσύνη. Στον κόσμο αυτό

βιώνεις πράξεις που επιβάλλουν οι δυνατοί. Μαθές η λογική, προβάλλει

ως αιτία για να υπάρξουν τάξεις.

Πλούσιοι και φτωχοί, σαν χρώματα σε παλέτα ζωγραφίζουνε την εικόνα

της κοινωνίας. Έντονα, δίχως έμπνευση παρά με παραίνεση λυτρώνουν

απωθημένα.

"Ξημέρωσε".



Ξημέρωσε και η ζωή άνθισε. Στο ολόγιομο φεγγάρι ο ουρανός πότισε

μια χαραμάδα. Ένιωσε ο άνθρωπος σαν είδε ψηλά σωρούς από φύλλα

να ραίνουν τα δέντρα στα σύννεφα. Οι ρίζες απλώθηκαν στις καρδιές μας

χώμα αναζητώντας. Είναι οι μέρες θολές στον ορίζοντα, και γεμάτες

προβλήματα. Μα πρώτη φορά θαρρώ, θα δώ τον ήλιο. Ως τώρα οι

άνθρωποι βεβήλωναν την νιότη μου. Υπόσχονταν μα ποτέ δεν έπρατταν.

Αλλόκοτη φαντάζει η γωνιά, όπου στριμώχνονται τα αισθήματα. Σε μια

ντουλάπα η θάλασσα αργοσβήνει χωρίς κύματα. Εκεί που οι αλλαξιές

μου αναμένουν την ώρα τους.

Σε ένα ασθενικό σπουργίτι φτερά θα γίνω, και θα πετάξω .Στην πιο

κοντινή ανατολή την μέρα θα αδράξει. Ως την δύση, αηδόνι θα μοιάσει.

Να κελαηδάει θλιμμένα, να προσπερνάει εσένα. Την ιδιότροπη φαντασία

ενός αδύναμου που φοβάται. Ευωδίασε και εγώ σέρνομαι στις φοβίες

μου. Γυμνοσάλιαγκας γαρ, στερνή ανομία. Οι στιγμές της αγκάλης, με την

πιο ξέφρενη μου ζάλη είναι πικρές. Μα και φιλήδονα μοναδικές.

«Ένα γρύλο να ακούσω» εκλιπαρώ στην σιγαλιά. Και ήταν τόσο όμορφα

τα γλυκά της φιλιά. Πετάρισε ένα κλίκ, πιο δεξιά απ΄την μνήμη μου.

Κοντά στο ξημέρωμα, την πιο σκοτεινή αυγή. Μήπως οι δοξασίες μου

είναι θυσία στον θεό σου; Το ψυχρό είδωλο που βάφτισες σαν μωρό

σου. Το χρήμα.

"Αντάμωμα"



Θα ανταμώσουμε ξανά μαζί αδελφέ μου, σαν οι βόμβες

που πέφτουν από ψηλά με σκοτώσουνε. Στον πόλεμο αυτό

οι μικροί δεν χωράμε στον χάρτη τους. Νέο φτιάχνουν με αίμα

και δάκρυ.

Θα ανταμώσουμε κορίτσι μου, όταν επιστρέψω απ΄τα ξένα. Σαν πουλί

πέταξα μακριά, να αποφύγω την μιζέρια. Να φτιάξω απ΄την αρχή

την ζωή μου και να μας ενώσει ένα παιδί.

Θα ανταμώσουμε πατέρα, προτού νυχτώσει. Όταν βγώ απ΄την κρύα

φυλακή που με οδήγησαν οι πράξεις μου .Ο εθισμός στις ουσίες

έμοιαζε παράδεισος όπου κατέφευγα για να ξεφύγω. Μα τώρα

σκέφτομαι πώς όταν σφάλεις, οφείλεις να διορθώσεις.

Να αντικρίσω με θάρρος τον ουρανό, και να ανοίξω διάπλατα τα χέρια.

«Αγάπησε με» να φωνάξω. «Δώσε μου μια ευκαιρία».