Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Ανώδυνος έρωτας("Aταίριαστα")



Οι αχτίνες του ήλιου θώπευαν τις αισθήσεις των ανθρώπων

στο μικρό πάρκο. Οι γονείς αγόγγυστα εκπλήρωναν τις επιθυμίες

των παιδιών τους για ξέφρενο παιχνίδι, ενώ και οι ηλικιωμένοι

βαδίζανε αργόσυρτα κουβεντιάζοντας μεταξύ τους, κάθε ανάμνηση

του χρόνου που βάραινε το κορμί τους.

Καθισμένος σε ένα παγκάκι, μόνος και δίχως διάθεση για επικοινωνία

ο Γ. ύψωνε το βλέμμα του προς τον ουρανό με κλειστά τα μάτια.

Αν και το ρολόι στο αριστερό χέρι πρόδιδε απόγευμα Απρίλη, η ψυχή του

ανέδυε άρωμα φθινοπωρινής βροχής. Όπως εκείνο το απόγευμα του Σαββάτου

που γνώρισε την Ε. Τρία χρόνια πριν, που πλέον έμοιαζαν με αιώνα πραγματοποιούσε

την βόλτα του. Τον αγαπημένο του περίπατο σε εκείνη την μικρή όαση πρασίνου

εγκατεστημένη μέσα στο κέντρο της πόλης.

Το φθινόπωρο είχε κάνει δειλά δειλά την εμφάνιση του, με ένα ψιλόβροχο να ποτίζει

την διψασμένη γη. Πατούσε πάνω στα κίτρινα πεσμένα φύλλα των δέντρων, όταν εκείνη εμφανίστηκε μερικά μέτρα πιο πέρα. Το αντάμωμα στα βλέμματα τους ήταν αρκετό

ώστε να ενώσουνε τα βάθη των ψυχών τους.

Το διαμέρισμα που μοιράστηκαν χαρές και λύπες, ήταν μεγαλύτερο στα μάτια τους από

τα μυθικά παλάτια των μαχαραγιάδων .Η συμβίωση τους έμοιαζε με εξορία απ΄τους άτυπους νόμους της αστικής κουλτούρας. Μοιράζανε τα δευτερόλεπτα τους με λαιμαργία

ώστε να νικήσουνε την συντηρητικότητα του χρόνου.

Κάθε ιστορία αγάπης όμως έχει ένα τέλος. Αναπόφευκτο ίσως όταν το γυαλί ραγίσει

λόγω ενός

ανυποχώρητου “θέλω”. Πλέον η ζωή έμοιαζε για τον Γ. ώς συνθηκολόγηση αρχών, δίχως διάθεση για να αγαπήσει ξανά.



Ίσως μόνο έτοιμη για έναν έρωτα ανώδυνο.