Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Πρώιμα (1992-2005)

Ε.(Καλοκαίρι 2005)

Σε  είδα  που  έριξες  το  βλέμμα  σου  πάνω
στην  γη  σε  ένα  τετράγωνο  αυτής  της  πόλης
που  ζει  ένα  αγόρι .Πλούσιο  σε  χρήματα, φτωχό
σε  συναισθήματα  μα  ψάχνει  για  αγάπη, πολλή
στοργή  και  μια  κοπέλα  που  μοιάζει  με  σένα.
Οι  ήχοι  της  καρδιάς  του, είναι  ίδια  η  σιωπή  μα  η
ψυχή  του  τρέχει  με  ένα  ποδήλατο  σε  δρόμους  μεγάλους
χωρίς  κανόνες  συμβατικούς, βλέποντας  ευχές  και  επιθυμίες
που  εκπληρώνονται  πλάι  σου.
Σε  ερωτεύτηκε, μα  δεν  γνωρίζει  την  δύναμη  του  αισθήματος
γιατί  ποτέ  δεν  την  γεύτηκε.
Έφταιγε  ο  πατέρας  του  που  ήταν  ρεαλιστής, ίσως  η  μάνα  του
που  είχε  άδεια  ψυχή  ως  σύζυγος  πλούσιου  άνδρα, μα  οι  νύχτες
του  αγοριού  παρέμεναν  άδειες.


***

Ανάμνηση

Πέρα  από  την  γέφυρα  του  ποταμού
πέρα απ΄το  δέντρο  που  πληγώναμε
μικρά  παιδιά, κοντά  στον  λόφο  που
αντικρίζαμε  τα  βουνά  είναι  το  σπίτι  των
μεγάλων  αναμνήσεων.
Μικρό  από  ξύλο, φτιαγμένο  θυμάμαι  την
φωτιά  που  ανάβαμε  για  να  φέρουμε  τους  θεούς.

Ένα  σπασμένο  τζάμι  από  πέτρα, και  μια σοφίτα  που
λέγαμε  τα  όνειρα  μας, μεγάλα  όσο  οι  δρόμοι  που  οδηγούνε
στον  ουρανό.
Και  δίπλα  μας  μία  κιθάρα  που  θαρρείς  μας  νανούριζε
με  νότες.

Τα  χρόνια  που  περάσανε, έγραψαν  στην  ψυχή  μας
ένα  τραγούδι  που  μας  συντροφεύει  κάθε  νύχτα  που
που  σβήνουν  τα  φώτα.
Κάθε  μέρα  που  το  μικρό  παιδί, σηκώνεται  ώστε  να
πιάσει τον  ήλιο.

Όσο  κοιτάζω  πέρα  τον  ορίζοντα, θα  βλέπω  τον  αετό
να  φτάνει  πιο  ψηλά  και  θα  ακούω  τον  αέρα  να  μου
φέρνει  κοντά  τις  νότες  που  παίζαμε  όταν  ήμασταν  παιδιά.

***

Άτιτλο

Κρίνω, βλέπω, αποφασίζω  και  διακρίνω.
Η  σκέψη  μου  φτωχή  από συναίσθημα
αναβλύζει  μεστή  απ΄το  ανάθεμα.
Μην  διαλέγεις  τον  δρόμο  αυτό. Ξέρεις
το  αδιέξοδο  είναι  κοντά  και  εσύ  στέκεσαι
εκεί. Πρόσεχε!

***

Βελλεροφόντης

Αναβάτης  στον  Βελλεροφόντη  με  ηνία  τις
επιθυμίες  πηδάω  τα  εμπόδια  του  κόσμου.
Τροφή  στο  άλογο  μου  η  τρέλα, τρέλα  αλλόκοτη.
Με  το  σπαθί  μου  τσακίζω  το  κακό, μα  αναρωτιέμαι
πόσο  μπορεί  να  με  αγγίξει. Ασπίδα  μου  η  θέληση  και
η  καρδιά  μου  οδηγός  προχωράω  με  βλέμμα  προς  τα  εμπρός.

***

Βρώμικο  γέλιο

Δίπλα  σου  είναι  μία  παρέα. Τρία  αγόρια
πίνουν  και  μαλώνουν. Η  κοπέλα  μαζί  τους
είναι  μία  μάγισσα.
Το  ραβδί  της  είναι  το  γέλιο ,βρώμικο  ώστε
να  είναι  ποθητή.
Ένα  ποτήρι  έπεσε  απ΄τα  χέρια  της  και  έσπασε.
Όλοι  την  κοίταξαν. Πόνεσε;

***

Διαθήκη

Σε  λίγες  ώρες  σας αφήνω  όλους. Πρώτα  θα
περπατήσω  στην  γειτονιά  που  γεννήθηκα.
Θέλω  να  πιάσω  το  χώμα απ΄το  δέντρο  που
φύτεψε  στον  κήπο  του  σπιτιού  ο  πατέρας  μου.
Θέλω  να  δώ τις όψεις απ΄τις  πολυκατοικίες  και
να  χλευάσω  το  άσχημο  πρόσωπο  τους.
Στον  ουρανό  που  με  φυγάδευε  στα  ταξίδια  από
τον  πόνο  αφήνω  ένα  λουλούδι  να  το  μεγαλώνει.
Σε  σένα  που  δεν  με  άφησες  να  έρθω  μαζί  σου, γιατί
φοβόσουν  τα  λόγια  του  κόσμου, αφήνω  μία  εικόνα.
Θα  καταλάβεις  πώς  σε  ήθελα.

***

Δοκίμασα  τα  λόγια  και  την  δύναμη  μου, στον  μικρό  ναό

Δεν  είχε κρύο  το  νερό. Έμοιαζε  να  ήταν  άνοιξη  στην  πεδιάδα
ενώ  γύρω  μου  τα  βουνά  ήταν  χιονισμένα. Περπάτησα  αργότερα
πάνω  απ΄το  απέραντο  ποτάμι. Η  γέφυρα  ένωνε  τις  ψυχές  με  το
άπειρο  και  εγώ  κρατούσα  γερά  τα  σχοινιά.
Τα  πουλιά  που  κοίταζα, δεν  ήταν  πένθιμα  στην  όψη. Κελαηδούσανε
την  χαρά  της  αιώνιας  ζωής. Εδώ  ο  χρόνος  κυλάει, χωρίς  να  αλλάζεις
γιατί  πια  δεν  είσαι  θνητός. Η  αδυναμία  της  αγάπης  που  σε  σκλαβώνει
στον  κόσμο  μας  εκεί  ήταν  η  ίδια  η  ζωή.
Σε  αγάπησα  δέντρο  της  Γνώσης .Γιατί  κατάλαβα  πόσο  λίγη  είναι  η  τελειότητα
που  κυνηγάω  στην  ζωή  μου. Θεέ  μου  κοίταζε  με  στα  μάτια  όταν  μιλάω. Νιώθω
τόσο  παιδί  που  θα  ξεχάσω  τα  αισθήματα  μου. Ποτέ  δεν  θα  ξεχάσω  και  Σένα
φίλε  που  με σκέπασε  η  αγάπη  σου. Σε  χρειάζομαι.
Και  έφθασα  στην  πόρτα. Ήταν  μια  νύχτα  αλλόκοτη, παράξενα  ευχάριστη  και μελαγχολική.
Τα  φωτεινά  τους  μάτια  αιχμαλώτισαν  τις  αδυναμίες  μου, και  στέρησαν  τις  επιθυμίες.
Ήθελα  να  κλάψω ,μα  δεν  μπορούσα. Ήταν  η  αρχή  ώστε  να  ζήσω. Οι  ήχοι  που στροβιλίζονταν
γύρω  απ’τα  αυτιά  μου  έφυγαν  ξαφνικά  μόλις  μου  μίλησε. Ήταν  ο  βοσκός  του ονείρου μου
που  γκρέμισε  τα  τείχη  της  ψυχής  μου.
Τα  βήματα  του  ήταν  αργά  και  αισθανόμουν  την  αιώνια  ανάσα  του. Χωρίς  δισταγμό και  φόβο  μου  έδειξε  την  πεδιάδα  με  τους  νεκρούς .Ήταν  κοντά  μου  οι  κραυγές τους, αλλά  δεν
άφηνε  να  τις  αισθανθώ. Πιο  πέρα  αντηχούσε  η  γαλήνη  του  παραδείσου. Αυτή  ήθελα να
γευτώ  και  να  αγγίξω. Μα  δεν  με  άφησε.
Ήθελα  να  φωνάξω  μέσα  απ΄την  ψυχή  μου, και  να  του  ζητήσω  να  μπω. Άδικα! Δύο φορές
με  είχε  σταματήσει  και  τώρα  ήθελα  να  χορέψω  ελεύθερα  αντικρίζοντας  την  ομορφιά.
Ήταν  η  τελευταία  καρδιά  που  ήθελα  να  αγαπήσω. Μου  ξέφευγε  η  αναπνοή  της, και πονούσα
τα  βράδια.  Την  κυνηγούσα  στον  ουρανό  μ ε  το  φεγγάρι  ατάραχο  να  με  κοιτάζει. Και όταν
την  έφθανα  δεν  μου  μιλούσε.
Σκλάβωνε  τους  παλμούς  της  με  πείσμα. Οργή  με  ζώνει  στον  ύπνο μου. Θέλω  να πετάξω  πάνω  απ΄τα σπίτια  και  να  φωνάξω  δυνατά. Μα  η  κοσμική  μουσική  με ξάπλωσε  ανάμεσα
απ΄τα  κεριά  της  έκστασης. Η  ομίχλη  του  βουνού  δεν  με  αφήνει, να  κοιτάξω  πιο  πέρα απ’την
θάλασσα. Θέλω  να  χαιρετήσω  για  τελευταία  φορά, την  αύρα  που  με  χάιδευε  μαζί  το καλοκαίρι  με  το  είδωλο  μου.
Αντίο  διαβάτες  του  ουρανου! Κοπάδια  από  ελπίδες  που  φεύγετε  μακριά. Αντίο  βασιλιά  με  τον  ψεύτικο  θρόνο! Σου  στοίχισε  το  τέλος  του  παραμυθιού.
Αντίο  γελαστά  ξωτικά! Σας  αγάπησα  απ΄τα  γλέντια  του  δάσους.
Αντίο  και  σε  σένα  σπηλιά! Με  φυγάδευες  απ΄την  πένθιμη  βροχή  του  χειμώνα.

***

Εργάτης

Ένας  ήρωας  ξεχασμένος  στην  ιστορία , είναι  ο
κόπος  του  εργάτη. Μέσα  στο  πέρασμα  των  χρόνων
μία  σκιά  στο  φώς  που  λάμπει  στο  πρόσωπο  σου.
Ένα  γραφείο  γεμάτο  υποσχέσεις, και  το  αφεντικό  είναι
μέσα.
Ο  χρόνος  κυλάει, μα  δεν  πέρασε  ποτέ  για  σένα. Πάντα  εκεί
ήσουν  ένα  εξάρτημα  στην  μηχανή  του  χασάπη. Ένα  δέντρο
φύτρωσε  απ’το  αίμα  σου  μα  τα  κλαδιά  το  κόβουν.
Ένα ύφος  θλιμμένο, ένα  πρόσωπο  μαύρο  απ΄τον  καπνό  της
τυραννίας. Ένα  αύριο  σε  περιμένει  για  να  σε  καταπιεί.

***

Έρχεται  η  νύχτα!

Τελειώνει  η  μέρα  σιγά  σιγά. Έρχεται
η νύχτα!
Ξύπνησε  το  φάντασμα. Περιμένει  πίσω
απ΄το  μυαλό  μου να  βγεί. Ξεκίνησε  να
τραγουδάει  το  αστέρι, που  έχω  νιώσει
όταν  ήμουνα  παιδί. Διασχίζει  σαν  κομήτης
φλεγόμενο  με  επιθυμία  να  κάψει  τους  ψεύτες.
Είναι  μακριά  το  ποτάμι  για  να  κολυμπήσω.
Πέτρες,  χώμα  και  ερπετά  στήνουν  την  σκηνή  του
γελοίου. Θα  χορέψει  και  πάλι  το  ξωτικό, για  να
υμνήσει  την  γη.
Στο  δάσος  θέλει  να  ζήσει  το  σκυλί. Χτυπημένο  από
τους  αγγέλους  της  πλατείας .Το  κέντρο  της  πόλης
ξερνάει  ψέματα  του  χρήματος.
Δυνατά !Φωνάξτε  την  μελωδία  της  νύχτας. Θέλω  να
κοιμηθώ  αλλά δεν  μπορώ. Τα  μάτια  μου  αντιστέκονται
στο  φώς. Τα  χρώματα  με υπνωτίζουνε.

***

Η  θάλασσα  του  πόνου (13/8/1995)-Χαλκιδική

Ηθελα  τόσο  πολύ να σου μιλήσω, να  σου
πώ  ότι σε  θέλω. Είδα όμως  ότι  ήσουν  άλλη.
Δεν  μπορώ  να  δώ  τον  ήλιο, τώρα  που με
σκέπασε  το  ψέμα σου.
Τα  βήματα   έγιναν  πιο  βαριά  στον  δρόμο
μου  και  δεν  ανοίγω  εύκολα  τις  φτερούγες  μου.
Θα  σπάσουν! Θα  σου  κρύψω  το  μονοπάτι  στον
ουρανό  γιατί  γνωρίζεις  πόσο  δύσκολη  είναι  η
θάλασσα  του  πόνου.

***

Η γέννηση ενός ονείρου

1)      Υπνος

Ξαπλώνεις  στο  κρεβάτι  κουρασμένος ,απ’το
κυνήγι  της  μέρας. Αφήνεις  τα  μάτια  σου  να  βυθιστούν
όσο  γίνεται  περισσότερο  στην  αγκαλιά  του  ονείρου.
Μέσα  στην  σκέψη  σου  κυκλοφορούν  εικόνες  με  λόγια.
Ψάχνεις  να  βρεις  την  πόρτα  που  θα  φύγεις. Λίγο  πριν  την  χώρα
του  φανταστικού  αναρωτιέσαι, πόσο  μακριά  είναι  το  λιμάνι
που  θα σταματήσει  το  πλοίο  σου.
Ήσυχη  θέλεις  να  είναι  η  διαδρομή. Χωρίς  κύματα  και  ανέμους.

2)      Χρώματα

Άσπρο  το  φώς  του  ήλιου  που  φτάνει  στα  μάτια  σου. Διαλέγεις  τα
σχήματα  που  θα  έχουνε  τα  ξωτικά  στο  ταξίδι. Ένα  δέντρο  φορτωμένο
με  καρπούς  γνώσης  είναι  δίπλα  σου.
Αν  απλώσεις  το  χέρι  θα αντικρίσεις  τις  αγαπημένες  σου  μορφές. Θα  μιλάτε
χωρίς  να  υπάρχει  χρόνος. Το  χρώμα  της  πόλης, δεν  θα  σε  αγγίζει  θλιβερά.
Εσύ  είσαι  που  στέκεσαι  πάνω  απ΄τις  γνωστές  πόλεις  της  φαντασίας. Εκεί  οι
επιθυμίες  σου  γίνονται  πραγματικότητα.

3)      Ελπίδα

Το  μάτι  σου  αντικρίζει  παράξενες  σκιές  στον  ορίζοντα .Οι  φωνές
τους  συγκρούονται  στον  αέρα  και  ξαφνιάζεσαι.

4)      Γιορτή

Έφτασες  λοιπόν  στον  σταθμό  σου. Δεν  ξέρεις  πόση  ώρα  κράτησε
το  ταξίδι  αν  και  τα σύννεφα  πρόδιδαν  τις  κινήσεις  σου. Επισκέπτες  που
ξεκίνησαν  την  ίδια  νύχτα  απ’όλο  τον  κόσμο. Είναι  άνθρωποι  που  ξεχνάνε
την  λύπη  τους.
Ένα  θέατρο  με  γελαστούς  θεατές, ένα έργο  που  δεν  έχει  τέλος. Θέλεις  να  μείνεις
για  πάντα  εκεί. Ξέφυγες  απ’την  καθημερινότητα  και  βασιλεύεις  πάνω  στο  σώμα  σου
που  υποφέρει  απ’τις  πληγές. Σε  λίγο  θα  ξημερώσει. Εσύ  υπόσχεσαι  να  ξαναπάς  στο όνειρο.

***

Θάνατος  στην  βροχή

Στεκόσουν  μικρό  αγόρι  κάτω   απ΄τον  ήλιο
και  δεν  σε  σκέπαζε  η  σκιά  του  πατέρα  σου.
Αντίκριζες  στον  ορίζοντα  πουλιά, και  με  το
δάχτυλο  έδειχνες  πόσο  πετούσες  ψηλά.
Επέστρεφες  απ΄τον λόφο, και  γελούσες  με
τον  γέρο  που  έβγαζε  απ΄τα  σκουπίδια
πεταμένα  παιχνίδια.
Απ΄τα  παράθυρα  ξέφευγαν  ελπίδες  κρυφές  από
ανθρώπους  που  η  νιότη  τους  πέθανε  ξαφνικά.
Και  εκεί  έξω  στην  αυλή  σου, βρισκόταν  ένα  παλιό
αεροπλανάκι.
Στα  χέρια  το  κρατούσες  και  έπαιρνες  φόρα, ώστε  να
τρέξεις  αρκετά. Τα  σύρματα  που  χώριζαν  τον  δικό  σου
κόσμο  δεν  στεκόταν  εμπόδιο ,ώστε  να  ξεφύγεις  μακριά.
Το  πέταξες  μια  μέρα και  τον  ξεπέρασες , αλλά
έφθασε  μέσα  στην  λάσπη  του  εργοστασίου.
Θα  κοιμάσαι  γλυκά, μέχρι  να  χαθεί  στο  χώμα. Όχι! Δεν  έχασες
την  ελευθερία  σου. Μόλις  τώρα  την  απέκτησες. Ετσι  ξαφνικά.

***

Θάνατος (1992-Το πρώτο μου ποίημα)

Σύγχυση  μέσα  στην  ψυχή  σου. Αδιέξοδος. Το  σκοτάδι
απλώνεται  μέσα  σου .Σε  καλύπτει. Χάνεις  τον  κόσμο.
Φεύγεις  απ΄το  όνειρο. Πηγαίνεις  στην  πραγματικότητα.
Σύγχυση  μέσα  στην  ψυχή  σου. Αλήθεια  μικρός  δεν  είχες
το  δικαίωμα. Σου  το  πήρανε. Ε και; Χάνεις  τον  παλμό, τον  ρυθμό.
Ζεις  το  βήμα  σου  να  βράζει.
Σύγχυση  μέσα  στην  ψυχή  σου. Απλώνεται  η  ψευδαίσθηση  στην
αλήθεια. Χάνεις  το  σήμερα. Κερδίζεις  το  τίποτα. Χαμένο  το  αύριο.
Θάνατος! Ε και; Αυτό  δεν  πρέπει  να  φέρεις  στην  ζωή σου; Χάνεις  τις
ηδονές ,τις  χαρές.
Σύγχυση  μέσα  στην  ψυχή. Φέρε  τον  θάνατο. Θα  σε  λυτρώσει. Η  ζωή  σου
χάθηκε  στην  ψευδαίσθηση. Το  όνειρο  έγινε  εφιάλτης .Η  πραγματικότητα
έγινε  όνειρο.

***

Θλίψη

«Γιατί  αυτό  το  δωμάτιο  είναι  τόσο  σκοτεινό;»
με  ρώτησε  το  πλάσμα. Οι άνθρωποι  δεν  σκέφτονται
χαρούμενα. Πίνουν  μπουκάλια   γεμάτα  εθισμό, και
νοσταλγούν  χωρίς  να  θυμούνται  τίποτα.
Είναι  ένα  καραβάνι  στην  έρημο, χωρίς  οδηγό. Κουβαλάνε
αισθήματα  που  δεν  ανοίγονται, πρίν  φθάσουνε  στην  όαση.
Ο  θεός  μου  συναντάει  την  φυλή  σου, σε  έναν  δρόμο  που
περπατάνε  τα  όνειρα.
Ένας  άγγελος  που  προκαλεί  τα  μάτια, έχει  κλειστή  την  ψυχή.
Δίπλα  μου  ένας  «φίλος»  θέλει  να  με  κεράσει  ένα  «τσιγάρο».
Δεν  γουστάρω. Θα  το  δοκιμάσει  πάλι  στην  καρδιά  της  πόλης.
Ήρθαν  να  με  πάρουνε  οι  υπηρέτες  του  πρίγκηπα. Κρύβει  το
μυστικό  του  αγγέλου.
Σε  θέλω  να  σταθείς  απέναντι  μου.
«Πονάω» λέει. Όταν  ήμουν  παιδί  φοβόμουν  τον  ήλιο. Σε  ζητάω  απ΄την
αρχή  του  κόσμου. Είσαι  ένας  από  τους  γιούς  του .Σε  διάλεξε  να  έχεις
διάθεση  για  το  καλό.

***

Μέρες  καλοκαιριού

Μέρες  καλοκαιριού. Μαγεία  το  απέραντο
τοπίο  πλημμυρίζει  από  ήλιο, που  παντρεύεται
με  τα  κύματα  της  θάλασσας.
Στάχια  που  χορεύουνε  ρυθμικά  σε  κάθε  βήμα  του
πρωινού  αέρα.

Φλούδες  από  φρούτα, και  κουκούτσια  απ΄το
καρπούζι  που  τρώει  ο  μικρός  αγρότης. Ιδρώτας
κυλάει  στην  πλάτη  του  γέρου  Μανώλη  όσο  δίπλα
του  το  τζιτζίκι  τραγουδάει.

Αγέρωχα  μέσα  στην  κάψα  του  τοπίου, στέκεται  το
βουνό. Επάνω  του  είναι  χτισμένη  η  εκκλησία  και
μυρίζει  ρίγανη  όσο  ανεβαίνω  ψηλότερα.

***

Μην  το  ξεχνάς

Ξημερώματα  προς  Πέμπτη  αντικρίζω, την
νύχτα  να  πεθαίνει  μέσα  στο  γκρίζο. Τα  αστέρια
ψιθυρίζουν  προς  τα  δέντρα  τον  κόσμο  που  χάνεται
μέσα  στο  ψέμα.
Οι  καπνοί  απ΄τα  φουγάρα, την  φύση  πνίγουνε  και  ο
ήλιος  συμβόλαιο  με  τον  θάνατο  πράττει. Στους  σταθμούς
της  τηλεόρασης  με  νέα  και  ψέματα  τον  κόσμο  μαγεύουν.
Ο  ζητιάνος  στον  δρόμο  πεθαίνει, και  τα  σκουπίδια  από  δίπλα
σωπαίνουν. Φίλοι  στην  βρωμιά  του  δρόμου, μια  ντροπή  χωρίς
όρια  βραβεύουν.
Τα  πλοία  την  θάλασσα  διασχίζουν, τα  ψάρια  χορεύουν  μέσα  στον
τάφο. Ιστορία  γραμμένη  με  μαύρο  μελάνι ,και  όλοι  για  πάντα  βουβαίνουν.

***

Ναρκωτικά

Η  κοιμισμένη  πόλη  κάτω  απ΄το  φεγγάρι
λάμπει. Αραχνη  μέσα  στο  φώς  η θαλερή
θωριά  σου  στέκει.
Δαιμονισμένο  σε  είπαν! Μα  η  ματιά σου
ταξιδεύει. Ονειρεμένος  κόσμος  κάπου  στην
ψυχή  σε  περιμένει.

***

Ξέσπασμα

Ξέσπασμα  της  ψυχής μου, ορθώνει  το  σπαθί
μία  μοίρα  γραμμένη  αλλιώτικα  από  παλιά
χωρίς  χαρτί  και  βιβλίο  με  ένα  μόνο  λόγο.

Ξέσπασμα  της  καρδιάς  και  του  εαυτού  μου
ολόκληρο  το  καράβι  βυθίστηκε. Μια  φουρτούνα
το  έπνιξε.
Χωρίς  βιβλίο  η  ιστορία  μου.

Ξέσπασμα  στην  σκέψη  μου. Αυτή  έθαψε
την  ελπίδα  στην  ζωή μου. Ένας  τάφος
καμωμένος  από  θυμό.

Ξέσπασμα  στις  πράξεις  και  τα  λόγια.
Αυτά  μου  στέρησαν  τον  ήλιο. Φυλακή
χωρίς  σίδερα.

Ξέσπασμα  στον  βωμό  της  αλήθειας. Γιατί
σταμάτησες  στον  δρόμο; Χτίσε  ένα  νέο
όνειρο  γεμάτο  μέλλον.

***

Ο  μονόφθαλμος  Kύκλωπας

Όταν  ξυπνήσεις  απ΄τον  λήθαργο  που  χρόνια
είσαι  βυθισμένος  μην  ξεχάσεις .Ο Κύκλωπας
από  κάπου  σε  αντικρίζει.

Ξεχασμένος  απ΄τις  σελίδες  της  ιστορίας, με
ένα  μόνο  μάτι  πενθεί  τις  χαμένες  νύχτες  του
χειμώνα  και  ο  αέρας  φυσάει.

Μην  ξεχαστείς  όταν  δεις  τον  εαυτό  σου  στον
καθρέφτη. Έναν  τάφο  θα  δεις  σκαμμένο  από
τα  λόγια  σου  και  τον  Κύκλωπα.

***

Όσο  κυλάει  ο  χρόνος

Καθώς  ο  χρόνος   κυλάει, στην  ίδια  σκηνή
αλλάζουν  οι  θεατές. Στο  τεντωμένο  σχοινί
δεν  περπατάει  πλέον  ο  ακροβάτης.
Γυαλίζει  η  λεπίδα  στο  μαχαίρι, όσο  φυσάει  ο
Λίβας  στο  πέλαγος. Σκοτεινά  όνειρα  με  θλιμμένη
την  όψη  εκεί  που  στέκεται  η  ματιά  μου.

Δρόμοι  έρημοι  από  ελπίδες ,μια  κραυγή  που  ακούγεται
ξαφνικά  σιωπά. Μεταμόρφωση  στο  ψέμα  της  ζωής. Αλλάζει
το  φώς  του  φεγγαριού.

Πένθιμοι  ύμνοι  απ΄την  θάλασσα  καλούν  τις  νεράιδες  του
παραμυθιού. Μα  αυτές  πέθαναν! Στο  σπίτι  του  Ποσειδώνα
η  τρίαινα  δεν  υπάρχει  πια. Χάθηκε  όπως  και  το  παραμύθι.

Βουνά  και  χιόνια  δεν  ζουν  πια  μαζί. Χώρισαν  και  το  σκοτάδι
έσμιξε  με  την  φωτιά. Καπνούς  και  οδύνη  αντικρίζει  ο  αετός
από  ψηλά  στον  κόσμο  που  χάνεται  όσο  κυλάει  ο  χρόνος.

***

Παλίρροια

Ξαφνικά  σε  λίγα  λεπτά, η  βάρκα
άρχισε  να  σηκώνεται  ψηλά  απ΄τα
κύματα .Η  θάλασσα  ξυπνάει  με  την
δύναμη  της  σελήνης.
Μα  το  φώς  που  καθρέφτιζε, μοιράζεται
σε  χίλια  κομμάτια .Ξεφεύγουν  πολλές
κινήσεις  απ΄τα  μάτια μου. Είχα  ξεχαστεί
να  κοιτάζω  εκεί  που  ο  ουρανός  ενώνεται
με  την  θάλασσα.

***

Πένθιμος  ύμνος

Ο  μοναχικός  φύλακας  της  πόλης  γέρασε. Είναι
οι  τελευταίες  στιγμές  στην  ζωή  του. Ο ποιητής  που
έδινε  οξυγόνο  για  τις  ψυχές  μας, κάθεται  μόνος  σε  ένα
μπαρ  και  μεθάει  την  άνοιξη.
Ο  μαύρος  ναύτης  παράτησε  την  μαχαιρωμένη  πόρνη, να
ψέλνει  τις  τελευταίες  κατάρες. Ποντικοί, μπουκάλια  μισογεμάτα
πόνο  νοσταλγούν  τις  σκιές  των  ανθρώπων  που  ζούσαν  κάποτε
εδώ. Στο  λιμάνι.

Κάπου  μαζί  του  είχε  την  φυσαρμόνικα ,ο  γέρος  του  πάρκου.
Την  έχασε  μαζί  με  την  φωνή  του. Θέλησα  να  πετάξω  το  πιστόλι
που  κρατούσα. Χρόνια  περάσανε  από  τότε  που  σε  σκότωσα  γλυκιά  μου.
Ζω  μακριά  απ΄την  γειτονιά  που  μεγάλωσα .Κοντά  στην  εκκλησία  βρέθηκα
και  κοίταξα  τον  σταυρό. Βάδισα  το  μονοπάτι  ως  την  θάλασσα  και  τραγούδησα.
Τραγούδησα  για  να  μην  φοβηθώ  το  ξημέρωμα.
Τώρα  έχει  σειρά  η  γιορτή. Θα  θυμίσει  τους  φίλους  που  με  πρόδωσαν. Μέσα  στο
δάσος  θα  έχω  άγρυπνα  μάτια  να  με  αντικρίζουν. Δεν  τα  κυνηγώ. Είναι  ψεύτικα.

***

Ποιητική ελεγεία

Στο  σκοτεινό  δωμάτιο  κάθομαι, και
κάθε  αχτίνα  από  φώς  πνίγεται  ενώ  οι
τοίχοι  ψιθυρίζουν:
«Σώπασε, σώπασε  ο  ποιητής  κάθε  μέρα
πνίγεται  στις  λέξεις  του.»

Καρτερικά  διαβαίνω  προς  την  πόρτα. Στεγνό
το  χρώμα  από  εικόνες, έγινε  φίλος  με  τον  ποιητή.
Κάθε  αυγή  σωπαίνει, δεν  του  αρέσει  άραγε  το  φώς;

Παράθυρα  και  κουρτίνες  βουρκώνουν  στην  θλίψη
του ποιητή. Μα  να! Ο  αέρας  ανοίγει  το  παράθυρο
και  εισβάλλει  στο  δωμάτιο. Εκεί  που  κείτεται  η
πένα  του  ποιητή.

***

Σπηλιά

Κάθε  βροχερή  ημέρα  του  χειμώνα ,όταν  σε
κοιτάζω  από  μακριά  θυμάμαι  εκείνο  το  βράδυ
μέσα  στο  σκοτάδι  που  έφυγε  το  τελευταίο  δάκρυ.
Ένας  ζητιάνος  του  ουρανού ,σε  γύρευε  στοιχειωμένος
στην  κορυφή  του  βουνού.
Κραυγές  αγνώστων  ακούγονται  που  ξέφυγαν  το  τελευταίο
σκαλοπάτι  λίγο  πριν  πετάξουν  στο  φωτεινό  λιβάδι. Εκεί  ο
ποιμένας  δεν  χάνει  το  κοπάδι, εκεί  το  βήμα  σου  δεν  αφήνει
σημάδι. Και  μια  φλογέρα  που  ακούω  με  καλεί  μακριά  απ΄το  φεγγάρι.
«Όχι, όχι  δεν  μπορώ  άλλο! Θέλω  να  πετάξω!»
Τα  λόγια  τους  είναι  ψεύτικα, μου  ναρκώνουν  την  αγάπη. Και  η  ψυχή  μου
άρρωστη  ψάχνει  να  βρει  εσένα  για  να  την  γιατρέψει. Δεν  πούλησα  τίποτα
μονάχα  ένα  μικρό  μονοπάτι  έκρυψα  αυτό  που  θα  φθάσω  σε  σένα  μόνο.
Μα  δεν  πρέπει, δεν  πρέπει  να  το  κάνω! Την  αγαπώ  όσο  δεν  το  γνωρίζει.

***

Σύννεφα

Λέξεις  παράξενες  στέκουνε  από  πάνω
μου  στον  ουρανό. Με  προσκαλούν  την  μέρα
στο  κυνήγι  των  κινήσεων  τους, και  τρέχουν  τρέχουν
μακριά. Κοιτάζω  να δώ  αν  άλλαξαν  από  χθές, μα  ο
ήλιος  τυφλώνει  τα  μάτια  μου  και  προσπαθώ  να
αισθανθώ.
Την  νύχτα  που  καθόμουν  κάτω  απ΄τα δέντρα, τους
έστειλα  μήνυμα  με  την  σκέψη  μου. Τους  θύμισα  τον
χορό  μπροστά  στους  θεούς ,μια  αρχαία  γιορτή  για  την
δύναμη  της  φύσης.
 Η ιέρεια  έψελνε  όταν  οι  καπνοί  της  φωτιάς, αντάμωναν
το  βλέμμα  των πνευμάτων. Όταν  θα  βρέξει ,ο  θυμός  θα
ξεφύγει. Όταν  χιονίσει  το  χώμα θα  σκεπαστεί  απ’τα  χρώματα
του  χειμώνα.

***

Το καναρίνι

Ένα  λυπημένο  καναρίνι  μέσα  απ’το  κλουβί
βλέπει  τα  άλλα  πουλιά  έξω  να  πετάνε.
Οι  φίλοι  του  τραγουδάνε ,ενώ  τα  λουλούδια
ανθίζουν  και  επιθυμεί  πολύ  μαζί  τους  να  βρεθεί.

Μα  η  πόρτα  απ΄το  κλουβί  είναι  από  σίδερο  βαριά  καμωμένη
και  δύναμη  δεν  έχει  ώστε  να  την  ανοίξει .Όμως  οι  φίλοι  του
αποφάσισαν  να  έρθουν  να  βοηθήσουνε.
Και  έτσι  μια  και  δυο  τα  σίδερα  λυγίζουν  με  τα
δυνατά  νύχια  τους.
Ελεύθερο  είναι  πια  και  χαίρεται  πολύ. Το  μόνο  που
ζητάει  είναι  να  φτάσει  πιο  ψηλά, μέχρι  τα  σύννεφα.

***

Χαμένο  καράβι

Κάθε  νύχτα  που  κοιτάζω  την  θάλασσα, αντικρίζω
ένα  χαμένο  καράβι. Δεν  μοιάζει  όπως  παλιά. Έχει
γεράσει  και  δεν  ταξιδεύει  μακριά, ώστε  να  συναντήσει
τον  γέρο  προφήτη.
Στέκεται  μόνο  του  σε  κάθε  τρικυμία ,και  τα  πανιά  του
ανοίγουν  ώστε  να  με  χαιρετήσουν.
Μαζί  του  παίζει  η  γοργόνα, και  οι  νεράιδες  του  νερού.
Μόνο  που  δεν  θα  σε  ξαναδώ, γιατί  θα  φύγω  μακριά  σου.
Ελπίζω  στα  μέρη που  θα ταξιδεύω  να  είσαι  μέσα  στα  όνειρα  μου.

***

Χάσμα

Πολλοί  άνθρωποι  στον  κόσμο ,θέλουν  να
εξουσιάζουνε  τα  αισθήματα  των  άλλων.
Πιστεύουνε  ότι  είναι  δυνατοί, και  γνωρίζουνε
τις  λύσεις.
Ένας  άνδρας  σαν  αυτούς ,γνώριζε  ότι  δεν  είχε  φίλους
μα  ήθελε  να  ζει  στην  πραγματικότητα  που  ο  ίδιος
είχε  δημιουργήσει. Μία  γυναίκα  που  ζούσε  δίπλα  στο
σπίτι  μου  είχε  παντρευτεί  ώστε  να  μην  είναι  μόνη.
Αλλά  μετά  την  γέννηση  των  παιδιών  της, κατάλαβε  το
λάθος  που  είχε  κάνει. Δεν  ήταν  ο  σύζυγος  που  θα  την
έκανε  ευτυχισμένη.

***

Χρόνια πολλά

Χρόνια  πολλά  γιαγιά. Ήμουν  μικρός  και
με  μεγάλωνες  με  παραμύθια.
Χρόνια  πολλά  κύριε  Γιάννη. Κλεισμένος  στο
σπίτι  σου  κοιτάζεις  τον  κόσμο  από  ψηλά.
Χρόνια  πολλά  πρόεδρε. Και  φέτος  οι  εργάτες
θα  φάνε  ένα  πιάτο  φαγητό. Ευχές  για  μια
καλύτερη  χρονιά. Σαν  τις  υποσχέσεις  σου.
Χρόνια  πολλά  ζητιάνε. Ξαπλωμένος  στην  παλιά
πολυθρόνα  μετράς  ένα  ένα  τα  σκυλιά  που  περνάνε
δίπλα  σου. Σαν  αυτό  που  με  ακολουθάει  κάθε  μέρα
ως  το  σπίτι  μου. Ψάχνει  ένα  νέο  αφεντικό  ώστε  να
του  δώσει  ένα  κόκαλο.
Χρόνια  πολλά  και  σε  σένα  που  πίστεψα. Είναι  παιχνίδι
να  περπατάω  μέσα  στα  μάτια  σου  και  να  σκοντάφτω.
Μικρέ  μου  φίλε  αγκάλιασε  μ ε τις  φλόγες  σου  τα  βήματα
μου. Κρυώνουν  τα  πόδια  μου  κάθε  φορά  που  γεννιέσαι.
Είναι  η  απόρριψη  των  ανθρώπων  που  σε  έκανε  να  γεννηθείς
έτσι  ταπεινά.
Χρόνια  πολλά  αγάπη  μου. Ένας  νέος  κόσμος  ανατέλλει  στον  ορίζοντα.