Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

"Δρόμος"



Η νύχτα συνόδευε τα βήματα του Μ., στον μακρύ δρόμο που βάδιζε.

Το ψιλόβροχο ήταν ο καλύτερος φίλος του, ενώ ο δυνατός αέρας που

φυσούσε του έδιωχνε τις έγνοιες μακριά. Το τσιγάρο στο στόμα

μισοάδειαζε την διάθεση του, και η στάχτη “ πάντρευε” με το χώμα

τις αναμνήσεις που ταξίδευαν στο μυαλό.

Ήθελε να δραπετεύσει στην άκρη της πόλης, σαν φυλακισμένος που τα

κάγκελα περιόριζαν δραστικά τις επιθυμίες του. Ήταν περασμένα

μεσάνυχτα και γύρω του τα μπαρ “ξέβραζαν” ανθρώπινα απομεινάρια.

Ιστορίες που το τέλος τους, είχε γραφτεί με τον πιο δραματικό τρόπο.

Κάποιοι από αυτούς, μεθυσμένοι όπως ήταν παραπατούσανε και η

απόπειρα τους να σταθούνε όρθιοι απέβαινε άκαρπη. Ένας μάλιστα

κρατούσε ένα μπουκάλι τζιν, και τραγουδούσε χαμηλόφωνα για την Ν.

Μια γυναίκα που αγάπησε τόσο σφόδρα, ώστε όταν τον χώρισε ένιωσε

να γκρεμίζεται ο κόσμος γύρω του.

Καθώς περπατούσε, ένας ζητιάνος ξαπλωμένος σε χαρτόνια, του έβαλε

εμπόδιο στην διαδρομή τα πόδια. Η έκπληξη αρχικά ήταν μεγάλη. Όμως

γρήγορα συνειδητοποίησε, ότι η ενέργεια αυτή είχε σκοπό να του

υπενθυμίσει ότι ένα απλωμένο χέρι ζητούσε βοήθεια. Κάτω απ΄το

ρυτιδιασμένο και χλωμό πρόσωπο, κρυβόταν η απόγνωση συνεπικουρούμενη

απ΄την ανάγκη για επιβίωση.

Ο Μ. έβγαλε απ΄την τσέπη του παλτού ένα χαρτονόμισμα, και του το έδωσε.

Ακούστηκε ένα ξέπνοο “Eυχαριστώ” και το εμπόδιο σταμάτησε να υπάρχει.

Η βροχή δυνάμωνε, και η πόλη έμοιαζε έρημη από ανθρώπους εκτός από

μερικά αδέσποτα σκυλιά και γάτες που έψαχναν καταφύγιο για να

προστατευτούνε. Χωρίς να το καταλάβει, είχε διασχίσει σχεδόν ολόκληρη

την πόλη. Οι ώρες είχανε “ ρουφηχτεί”, απ΄την σιωπηλή ψηλή φιγούρα που

περπατούσε ακούραστος.

Οι φωτεινές επιγραφές με “νέον”, έκλεβαν το βλέμμα του και προσωρινά

έστω αποσπούσανε την προσοχή του. Τόσο ώστε να κοντοστέκεται έξω από

μερικά περίπτερα και να διαβάζει τις κρεμασμένες εφημερίδες, ή περιοδικά.

Δίπλα του αισθάνθηκε ξαφνικά, την αύρα ενός γυναικείου σώματος που τον

κοίταξε στα μάτια.

Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι είχε βρεθεί μπροστά από μια πιάτσα αγοραίου

έρωτα. Τα χείλη της συνοφρυώνονταν, ενώ το μακιγιαρισμένο πρόσωπο μύριζε

έντονα πούδρα. Ήταν μεσήλικος, αλλά οι καμπύλες της πρόδιδαν το ελκυστικό

σώμα. Το ψυχρό χαμόγελο του, ήταν η αρνητική απάντηση στην πρόσκληση της.

Κοίταξε το ρολόι του. Το λυκόφως, ακολουθούσε την διάθεση του ωσότου

σταμάτησε μπροστά σε έναν έφηβο.

Ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, και έκλαιγε καθισμένος οκλαδόν

εκφέροντας ύβρεις, και ακατανόητα λόγια. Θαρρείς ήταν ένας μυημένος της

παρακμής μπροστά στον βωμό της αλήθειας, και ετοιμαζόταν να θυσιάσει

τις αδυναμίες και την τρωτή ψυχή του από υποσχέσεις και ψέματα.

Δεν είχε άλλο χρόνο, παρά έπρεπε να βιαστεί. Επιτάχυνε το βήμα του, μέχρι που

έφθασε στον σιδηροδρομικό σταθμό. Σε λιγότερο από ώρα, θα αναχωρούσε

το τρένο με προορισμό τον παράδεισο.

Μέχρι εκείνη την στιγμή επιβίωνε στην κόλαση των επιλογών του. Η πόλη των

αδιεξόδων ,η γη του ψεύδους σύντομα θα αποτελούσε κομμάτι στην μνήμη

καθώς στο χέρι κρατούσε το εισιτήριο για το ταξίδι άνευ επιστροφής. Στην

μικρή πόλη όπου γεννήθηκε και ενηλικιώθηκε, εκεί όπου οι στόχοι που είχε

θέσει τελικά αποδείχτηκαν ουτοπία.

Η βροχή είχε σταματήσει, αλλά οι ψιχάλες των αναμνήσεων κυλούσανε αργά

στα μάγουλα. Τα μάτια, υγρά όπως ήταν κρύφτηκαν πίσω απ΄τα μαύρα γυαλιά.

Πίσω απ΄τα σύννεφα, αχνοφαίνονταν ο ήλιος.