Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

"Aλέξανδρος"-'"Ιστορίες της πόλης"



Είδα τα μάτια του γεμάτα παράπονο. Δίπλα στο παγκάκι

ήταν ξαπλωμένος γέρνοντας προς το πλάι. Τον γνώρισα κουτάβι

όταν ένα πρωινό καθώς κατευθυνόμουν προς το γραφείο, τον

βρήκα μέσα σε ένα κάδο σκουπιδιών.

Ήμαστε αχώριστοι φίλοι, σε δύσκολες και ευχάριστες στιγμές της

ζωής μου. Μέχρι πριν από λίγο όμως. Δίπλα του ήταν ένα μισοφαγωμένο

σάντουιτς και όσο περνούσε η ώρα γάβγιζε με λιγότερη ένταση. Στο σώμα

του είχε εισχωρήσει η ανθρώπινη κακία. Εκείνο το συναίσθημα, που κανένα

απ΄τα ζώα δεν γνωρίζει και φυσικά δεν θα μπορούσε να καταλάβει. Η «φόλα»

τον κέρδιζε λεπτό με το λεπτό, και εγώ συνάμα τον έχανα. Τον χάιδευα για να του δώσω κουράγιο. Μακάρι να μπορούσα να τον διατηρήσω στην ζωή.

Ήταν αργά πλέον. Όταν η ψυχή του «απελευθερώθηκε», προσγειώθηκα στον χρόνο.

Αμείλικτος, σκληρός και άτεγκτος δεν διακρίνει κανένα στην μετάβαση προς τον θάνατο.

Πιστεύω πώς πήγε δίπλα στο φεγγάρι. Όπως αρκετά βράδια βλέπαμε μαζί.



πιο πάνω απ΄την θάλασσα. Όταν τρέχαμε μαζί στην παραλία, δίπλα στο κύμα.