Τρίτη 26 Ιουνίου 2018

"Τα μικρά παιδιά".



Ο Γιαννάκης, μαθητής της Α’ δημοτικού δεν μπορεί να πάει

στο σχολείο λόγω έλλειψης δασκάλων. Θέλει να ζωγραφίσει στο

τετράδιο που του αγόρασε ο άνεργος πατέρας του, να παίξει «κυνηγητό»

στην αυλή του μεγάλου κτιρίου, αλλά δυστυχώς η πραγματικότητα είναι

αδυσώπητη.

Η Μαρία ανέμενε με μεγάλη χαρά τις καλοκαιρινές διακοπές. Ο παππούς

και η γιαγιά της ,την είχανε υποσχεθεί να την φιλοξενήσουνε στο νησί των

Κυκλάδων όπου διαμένουν. Ο συνδυασμός θάλασσας και ήλιου όμως επλήγη

απ΄την μεγάλη πετρελαιοκηλίδα που προκλήθηκε, εξαιτίας της καταβύθισης

ενός «φορτηγού» πλοίου και την συνεπακόλουθη μόλυνση. Δεν θα μπορέσει να χαρεί τα παιχνίδια στην άμμο

και τις δροσερές βουτιές.

Ο Κωστάκης ήταν σίγουρος ,ότι θα λάβει δώρο στα γενέθλια του ένα tablet. Η

οικογένεια του είναι αναγκασμένη όμως, να μεταναστεύσει στην Βόρεια Ευρώπη.

Μετά τον πλειστηριασμό όπου υπεβλήθη το πατρικό του σπίτι, ως άλλο χελιδόνι

οφείλει να ταξιδέψει σε άλλη γη.

Τα «μικρά παιδιά» κρατάνε στα χέρια τους χούφτες από αθωότητα, πού όταν τις

φυτεύουνε ως σπόρο στο «χώμα» της κοινωνίας , προσδοκούνε να μετατραπούνε σε δέντρα

με πλούσιους καρπούς από ελπίδα. Σε έναν κόσμο όπου επιβιώνει η λογική των

μεγάλων..

"Παιχνίδια να έμοιαζαν οι πόλεις".



Παιχνίδια να έμοιαζαν οι πόλεις, και οι άνθρωποι ποτέ

να μην μεγάλωναν. Παιδιά να παρέμεναν, στης ανεμελιάς

την θάλασσα να κολυμπούσανε. Οι πολυκατοικίες να ήταν

πύργοι με ιππότες και πριγκίπισσες, και οι δράκοι να φοβόταν

του παραμυθιού το τέλος.

Τραμπάλα οι διασταυρώσεις να ένωναν τις διαθέσεις των διαβατών.

Μα πιο πολύ τα δέντρα να πλημμύριζαν την πόλη, με πράσινο χρώμα

και να κάλυπταν την γκρίζα θωριά των κτιρίων. Κούνιες να στηθούνε

στα κλαδιά και η διάθεση κέφι να γίνει. Φώς ημέρας τα παιχνίδια να

διασκορπίσουνε το σκοτάδι, που ως δόλος οδηγεί τις πράξεις των ενήλικων.

"O ακροβάτης".



Εικόνες πολλές, κατέφυγαν στο νου σου απ΄ το παρελθόν. Λίγες οι ευχάριστες, πολλές οι δυσάρεστες στέκονται δίπλα σου σε κάθε βήμα σαν στήριγμα. Μα γνωρίζεις, πώς ένας ακροβάτης όπως εσύ δύσκολα διανύει το σχοινί που ενώνει δύο κόσμους.

Ο πρώτος ήταν οι αξίες τους, βουτηγμένες στα ιζήματα της αναξιοπρέπειας. Οι πράξεις σου θεωρούνταν κατακριτέες, βάσει της λογικής τους.

Ο δεύτερος, αυτός που βιώνεις, είναι αυτός που επέλεξες. Να παλεύεις με τις μικρές σου δυνάμεις, και να κοιμάσαι ήσυχος τα βράδια. Ο συνάνθρωπος σου να ανταποδίδει τη βοήθεια που του πρόσφερες στα πλαίσια της αλληλεγγύης.

Το τσίρκο που συμμετέχεις, έχει θεατές όλους αυτούς που δισταχτικά απολαμβάνουν τη ζωή. Εκπαιδεύτηκαν να πεθαίνουν κάθε στιγμή.

"Κατά τον δαίμονα εαυτού".



«Ελκυστική η σήψη, γδέρνει σε κομμάτια την νιότη σου» ψιθύρισε

το θυμικό του. Εκείνος όμως έπραττε κατά τον δαίμονα εαυτού. Διένυε

τον δρόμο που είχε επιλέξει, ανεξάρτητα απ΄τις δυσκολίες που συναντούσε.

Μοναδικός και αναπάντεχος φίλος του, δεν ήταν άλλος απ΄τον χρόνο που

τον συντρόφευε στα βήματα του.

Το κοινωνικό περιβάλλον, τον είχε περιθωριοποιήσει στην γωνία της τάξης.

Αυτής της νοητής γραμμής, που οφείλουνε όλοι να ακολουθούνε ηθικά πισθάγκωνα

ώστε να μην εξοκείλουν τα κελεύσματα των εκάστοτε θεσμών. Αγαπούσε την μουσική

και με την συνοδεία μιας κιθάρας ταξίδευε, σε πόλεις, χωριά, και την φαντασία του.

Κοιμόταν σε παγκάκια, εγκαταλελειμμένα σπίτια, σπηλιές. Υπήρχανε μάλιστα μέρες, που

έτρωγε λίγο ψωμί μόνο. Μα τα χρήματα δεν τον ενδιέφεραν ουδόλως. Παρά μόνο η

«σήψη» του.

Η αντανάκλαση των «θέλω» ,στον καθρέφτη του «πρέπει». Εκείνη η ευτυχία, που βουλιάζεις

καρτερικά δίχως να σκέφτεσαι το «μετά» και το «αύριο». Το τραγούδι της «απόδρασης»

σε νησιά του ονείρου.

"Η πλατεία".



Τα πρώτα του παιχνίδια σαν παιδί, τα βίωσε στην πλατεία. Μέλος

μιας παρέας μοιράστηκε την αγωνία και την χαρά του ποδοσφαίρου

του κρυφτού και του κυνηγητού. Χωρίζονταν σε ομάδες, που μεταξύ τους

διατηρούσαν κόντρα μέχρι πριν λίγο το βράδυ. Την άλλη μέρα ήταν

ξανά φίλοι.

Τον έρωτα τον έζησε στα δεκαέξι του, σε ένα απ΄τα παγκάκια της πλατείας.

Η έλξη ήταν αμοιβαία. Στα μάτια τους διέκρινες σπινθήρες αφοσίωσης

μέχρι την φωτιά που σιγόκαιγαν οι κοινές τους αντιλήψεις, αγκαλιασμένοι.

Για την μουσική, την αντιπάθεια προς τον ψεύτικο κόσμο των ενηλίκων, την

απέχθεια στον πόλεμο και την λατρεία για τα ζώα.

Την απόρριψη την γεύεται σε ένα απ΄τα συσσίτια του δήμου, που πραγματοποιούνται

στην πλατεία. Είναι 40 χρονών, και χαρακτηρίζεται απόκληρος ενός συστήματος αξιών

που έχει δομηθεί στο όνομα της «σκληρής πραγματικότητας». Αισθάνομαι απλός

αριθμός σε ένα δελτίο ανεργίας εδώ και 2,5 χρόνια.

Η ζωή του ,μια πλατεία..

" Η μάσκα".



Ακούω το γέλιο σου, κάτω απ΄την μάσκα που φοράς ενώ

σε αποκάλεσα δυστυχισμένο. Δεν διακρίνω την έκφραση του

προσώπου γιατί κρύβεσαι απ΄τον κόσμο. Όπως έπραττες από

παιδί. Δεν επέτρεπες τα συναισθήματα σου να δραπετεύσουνε

γιατί η μοναξιά σου έμοιαζαν φυλακή.

Σε προσέγγισα ως φίλος, αλλά ήσουνα φοβισμένος. Διατείνεσαι ότι

είσαι ευτυχισμένος ενώ οι «κόρες» των ματιών σου μοιάζουν πουλί

με κομμένα φτερά. Οι μέρες αγαπάνε την νύχτα που απλώνεται στα

όνειρα σου. Αναμένουν καρτερικά την σειρά τους.

"Η ευτυχία του μίζερου".



Χαμογελάει σε αντίθεση με τους περισσότερους συνανθρώπους του, που προβληματισμένοι απ΄την δύσκολη καθημερινότητα προβάλλουν το πιο σκυθρωπό πρόσωπο τους. Ευτυχώς είναι μίζερος, προς πείσμα όλων τους. Δεν ακολουθεί

τις κοινωνικές επιταγές, καθότι λογίζεται ανένταχτος στην αντίληψη τους.

Ακολουθεί τις αξίες του, σάν φάρος στην φουρτουνιασμένη θάλασσα να

φωτίζει το πλοίο του διαφορετικού.

Δεν απαιτεί τιμές, για τον δύσβατο δρόμο που βαδίζει. Μήτε και θα ήθελε

διαφορετικά να πράξει. Άλλωστε κάθε δέντρο με βαθιές ρίζες, είναι η στάση του

διαβάτη για να ξαποστάσει όταν κουράζεται στην διαδρομή.

Κάτω απ΄τα λόγια του, βρίσκουνε καταφύγιο οι κάθε λογής πλανημένοι

της επικρατούσας λογικής. Οι απόκληροι της ευκαιρίας.