Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018

"Κορίτσι του mall"



Aνέβαινες τους ορόφους σαν την διάθεση σου. Λάτρευες τις προθήκες

από ανάγκη. Ανάμεσα στα iphones και τα ρούχα δουλειάς, ένα κενό

ένωνε τα όνειρα με την αλήθεια. Κορίτσι του mall,η διάθεση είναι

συνήθεια. Μέχρι την έξοδο που αρχίζει η μονοτονία.

"Ενα παιδί"



Θυμάμαι μου έλεγες για ένα παιδί, που δεν κοιμάται ποτέ τα

βράδια. Η μνήμη του είναι γιορτή που δεν χωράνε τα δάκρυα

μα μήτε άνθρωποι δίχως κιάλια.

Γιατί ψηλά είναι τα αστέρια, αγκαλιά με σένα και τα μυστικά μας.

"Κενό αέρος"



Στο μαγικό αεροπλάνο, ήσασταν πολλοί επιβάτες. Η πτήση του

επρόκειτο να διαρκέσει πολύ. Γεμάτο από απόγνωση και θλίψη

ίπτατο στα όνειρα, μακριά απ΄την ανατολή κοντά στην δύση.

Αμίλητη αναρωτιόσουν, πόσες αναμνήσεις πρέπει να σκοτώσεις.

Ανάμεσα στα σύννεφα διέκρινες πόλεις, χωριά μα και ψηλά βουνά.

Οι άνθρωποι σαν «κεφάλια καρφίτσας» διακρίνονταν στην

φυσική συμμετρία. Ο ήλιος δίπλα σου ένιωθες πώς περνούσε

μα ήταν ακίνητος. Σύντομα κατάλαβες, πως τα «κενά αέρος»

δεν συντάρασσαν το αεροπλάνο. Αντίθετα έμοιαζαν χάδι, εν

συγκρίσει με τα δικά σου.

"Ερωτας"



Ήταν η πιο σκοτεινή πλευρά του εαυτού της. Εκείνο το χαμόγελο, με

απέφευγε σαν το λυκόφως την αυγή. Όμως φίλε μου, όταν κρεμιέται

απ΄την σπασμένη λάμπα στον δρόμο μια ευχή μου, αντανακλά την

επιθυμία της. Να αγαπάει να με μισεί .Μια ασάφεια αισθήματος

που λακίζει σε μια λακκούβα ανασφάλειας θα είναι η ένωση μας.

Την ερωτεύτηκα και ο δρόμος είναι μπροστά μου, ελεύθερος για

να με αποδεχτεί.

"Μικρό πουλί"



Γιατί δεν σε άκουσα Ν.; Είχες δίκιο ότι η ζωή είναι ένα μικρό πουλί. Κάθε

που αμίλητο στεκόταν σε ένα κλαδί, η σιωπή του σε λωρίδες κομμάτιαζε

την υπομονή μου. Είχες δίκιο ότι αυτό το πουλί φωλιάζει σε

στίχους ποιήματος.

Και αν δεν τους διάβασες, θα σε γνέφει. Με εκείνα τα χρώματα που το

διακρίνουν απ΄τα κτίρια των πόλεων. Τα σχήματα των μηχανών, των φίλων.

"Δείπνο"



Το βράδυ που μοιράστηκες σε κομμάτια το παρελθόν σου, το μπαρ

έμοιαζε με δίλημμα. Στα μάτια της διέκρινες μύθους .Στο νεύμα της

βούτηξες στο κενό. Στήθηκε η γιορτή, με αποτσίγαρα και κουβέντες.

Μάτια μισόκλειστα από τζίν, και της μνήμης τα απόνερα. Δεν διάλεξες

λογικές και πρακτικές, παρηκμασμένης κοινωνίας.

Μονάχα η νεράιδα, σε προσκάλεσε σε ήχους rock στο δείπνο. Με κεριά

και ασταμάτητο γέλιο.

"Aναδόμηση"



Ένα αγόρι, δεν αντίκριζε ποτέ το ηλιοβασίλεμα. Μα ούτε και την ανατολή.

Δεν αγαπούσε το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας, μα ούτε και του

ουρανού. Λάτρευε μια φωνή που διαπερνούσε το όνειρο του.

«Γίνε το ταξίδι που νοσταλγείς ,και φτιάξε απ΄την αρχή τον κόσμο.»